ευρωπαΐζω

[Ευρωπαίος]
μιμούμαι τους Ευρωπαίους στον τρόπο ζωής, στα φερσίματα, κάνω τον Ευρωπαίο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εξευρωπαΐζω — [ευρωπαΐζω] καθιστώ κάποιον Ευρωπαίο ή κάτι ευρωπαϊκό, τόν εντάσσω στον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής και πολιτισμό …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.